Γεια σας !!!
Αλέξανδρος - Νικιάνα
Κρατάς από το χέρι σφιχτά την προθυμία.
Η καλωσύνη σ' ανοίγει διάπλατα την αγκαλιά της.
Κεφάλι απιθώνεις πάνω της να ξαλαφρώσεις το δέος της ψυχής σου.
Όποιος δεν χτύπησε την πόρτα της ξεχασιάρας μνήμης,
δεν ξέρει πόσο δύσκολο είναι να την ξυπνήσεις,
να την τραβήξεις από τον ύπνο το βαθύ της,
κι αυτή να φέρει πίσω τους ξεχασμένους λογισμούς της.
[...]
Διαβατάρικη απ' την πλατεία η Μανωλίτση Παπαντή,
στ' αμπέλι πάει να κορφοκομπιάσει. Τη σταματάει η περιέργεια.
Είναι η πρώτη στο μοιρολόι, στο τραγούδι.
Η παρακίνηση την αναγκάζει να σ' αραδιάσει βιαστικά ένα τραγούδι:
Ένα πουλάκι ελάλησε ψηλά στο κυπαρίσσι.
Ψηλολιγνούλα τ' άκουσε και το καλοτυχάει.
Κυρά μου τί μου ζήλεψες και με καλοτυχίζεις;
καλότυχα είναι τα βουνά, καλότυχοι οι κάμποι
που χάρο δεν παντέχουνε χάρο δεν καρτερούνε.
Προτού η βιασύνη, στράτα της στρώσει, σου λέει καλωσυνάτα:
"Τώρα το βλέπεις είμαι βιαστικιά αν θέλεις τραγούδι, μοιρολόι
έλα να μ' εύρεις στον Επίσκοπο, κει μένω, δω ήρτα για δουλειά".
[...]
Στα κάρβουνα κάθεται η χήρα Παπαντή, θέλει το μοιρολόι.
Μη της χαλάσεις το χατήρι από μικρή στα βάσανα,
στο μαύρο το μαντήλι.
Νάτανε να γυρίζανε οι πεθαμένοι πίσω
δεν κλαίγαν μάνες για παιδιά και αδερφές γι' αδέρφια
Και οι γυναίκες οι καλές για τους καλούς τους άντρες,
που ρήμαξαν τα σπίτια τους, ρήμαξαν τα παιδιά τους
και μείναν οι γυναίκες τους σαν καλαμιά στον κάμπο.
Ένας τις σπρώχνει το πρωί, άλλος το μεσημέρι
και με το γύρισμα ηλιού τις σπρώχνει όλος ο κόσμος.
Και συνεχίζει σα να φοβάται μη της αδράξουν τη σειρά της.
Γυναίκα μ' σε παρακαλώ, μια χάρη σου χαλεύω,
στην πόρτα να μη ξαναβγείς και Γιώργο μη φωνάξεις,
γιατί του Γιώργου τ' όνομα το πήρε το ποτάμι,
το πήρε και το ξέβγαλε στου χάρου το περβόλι.
Όλοι σεβαστικά ακουρμαίνονται το μοιρολόι της χήρας.
Νοικοκυρά συντάζεται να πάει στον κάτου κόσμο.
Βάζει τη ρόκα της ζερβά, δεξά το ράψιμό της.
Την κόφα με τα γνέματα την βάζει στο κεφάλι,
για να 'βρει μέρος να διαστεί, ύψωμα να τυλίξει.
Για να 'βρει καλομάστορα τον αργαλειό να στήσει.
Συνεχίζει, τηνε παρακινεί η τόση σιωπή:
Τίποτα δεν εζήλεψα δω στον απάνου κόσμο.
Ούτε αμπέλια ζήλεψα, ούτε βαριά λιοστάσα.
Μανάδες να'χουν τσ' άντρες τους, μανάδες τα παιδιά τους.
Και οι πανώριες αδερφές τ' αγαπημένα αδέρφια.
Τ' αδέρφια είναι λεβεντιά και τα παιδιά καμάρι,
και τα καλά τ' αντρόγενα ντουνιάς κι απάνου κόσμος.
[...]
Αυτή η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη θεια - Παπαντή,
που "έφυγε" γι' αλλού, στις 19 Απρίλη 2011,
αλλά η ανάμνησή της θα μείνει ζωντανή σε πολλές καρδιές.
__________________________________________________
Το παραπάνω απόσπασμα βρίσκεται στο βιβλίο του κυρίου Γιάννη Αθηνιώτη:
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΛΕΥΚΑΔΟΣ
1 σχόλια:
Καλό ταξίδι στη θεία!
Δημοσίευση σχολίου